Ευριπίδης - Βάκχες - http://www.projethomere.com

De
Publié par

∆ΙΟΝΥΣΟΣ ΕΥΡΙΠΙ∆Η ΒΑΚΧΕΣ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩ∆ΙΑΣ ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ,ο γέροντας τυφλόςµάντης ΚΑ∆ΜΟΣ,ο θεµελιωτής της Θήβας Μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη (πρόλογος,πάροδος,α'επεισόδιο,α'στάσιµο,β'επεισόδιο,β'στάσιµο,γ'επεισόδιο, γ'στάσιµο, δ'επεισόδιο,δ'στάσιµο,ε'επεισόδιο,ε'στάσιµο,έξοδος) (ed. Gilbert Murray, Oxford. 1913) ΧΟΡΟΣ,Ασιάτισσες βάκχες ΠΕΝΘΕΑΣ,ο βασιλιάς της Θήβας ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Πενθέα ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ,βοσκός ∆ΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ,ακόλουθος,του Πενθέα. ΑΓΑΥΗ,θυγατέρα του Κάδµου καιµάνα του Πενθέα. Τόπος η Θήβα.Μπρος στο παλάτι του Πενθέα. ΠΡΟΛΟΓΟΣ Το βασιλικό παλάτι πάνω στην Καδµεία,την ακρόπολη της Θήβας.∆εξιά στο βάθος,ένας τάφος·από τηµεριά τον παλατιού αναδίνεται ανάριος καπνός από κάτι ερείπια. Ο τάφος και τα ερείπια είναι τόπος ιερός· µιά κληµαταριά τον σκεπάζει. Μπαίνει ο ∆ιόνυσος,φορώντας τη στολή των οπαδών του,των βάκχων,και κρατώντας το θύρσο. ∆ΙΟΝΥΣΟΣ ∆ι νυσος ό ρχοµαι εδώ στη χώρα των Θηβαίων, κω ∆ι ς πα ς τ νδε Θηβα ων χθ να ὸ ῖ ή ί ό ο ∆ιόνυσος εγώ,του ∆ία το τέκνο, ∆ι νυσος,ν τ κτει ποθ Κ δµου κ ρη ό ὃ ί ᾽ ἡ ά ό πουµ'έκαµε η Σεµέλη,η θυγατέρα Σεµλη λοχευθε σ στραπηφ ρ πυρ · έ ῖ ᾽ ἀ ό ῳ ί του Κάδµου,από φωτιάν µορφ ν δ µε ψας κ θεο βροτησ αν ὴ ᾽ ἀ ί ἐ ῦ ίαστραποφόρα ξεγεννηµένη.Κι αφού τηµορφήµου τη θεϊκιά τη συνάλλαξαµε ανθρώπου, 5φτάνω εδώ πλάι στα νάµατα της π ρειµι ∆ ρκης νµατ σµηνο θ δωρ.
Publié le : lundi 22 décembre 2014
Lecture(s) : 155
Nombre de pages : 62
Voir plus Voir moins

∆ΙΟΝΥΣΟΣ

ΕΥΡΙΠΙ∆Η

ΒΑΚΧΕΣ

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΤΡΑΓΩ∆ΙΑΣ

ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ,ο γέροντας τυφλόςµάντης

ΚΑ∆ΜΟΣ,ο θεµελιωτής της Θήβας

Μετάφραση Παντελή Πρεβελάκη

(πρόλογος,πάροδος,α'επεισόδιο,α'στάσιµο,β'επεισόδιο,β'στάσιµο,γ'επεισόδιο,
γ'στάσιµο,
δ'επεισόδιο,δ'στάσιµο,ε'επεισόδιο,ε'στάσιµο,έξοδος)

(ed. Gilbert Murray, Oxford. 1913)

ΧΟΡΟΣ,Ασιάτισσες βάκχες

ΠΕΝΘΕΑΣ,ο βασιλιάς της Θήβας

ΥΠΗΡΕΤΗΣ του Πενθέα

ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ,βοσκός

∆ΕΥΤΕΡΟΣ ΜΑΝΤΑΤΟΦΟΡΟΣ,ακόλουθος,του Πενθέα.

ΑΓΑΥΗ,θυγατέρα του Κάδµου καιµάνα του Πενθέα.

Τόπος η Θήβα.Μπρος στο παλάτι του Πενθέα.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Το βασιλικό παλάτι πάνω στην Καδµεία,την
ακρόπολη της Θήβας.∆εξιά στο βάθος,ένας
τάφος·από τηµεριά τον παλατιού αναδίνεται
ανάριος καπνός από κάτι ερείπια.
Ο τάφος και τα ερείπια είναι τόπος ιερός·
µιά κληµαταριά τον σκεπάζει.
Μπαίνει ο ∆ιόνυσος,φορώντας τη στολή των
οπαδών του,των βάκχων,και κρατώντας
το θύρσο.

∆ΙΟΝΥΣΟΣ
∆ι νυσος
ό
ρχοµαι εδώ στη χώρα των Θηβαίων,
κω ∆ι ς πα ς τ νδε Θηβα ων χθ να
ὸ ῖ ή ί ό
ο ∆ιόνυσος εγώ,του ∆ία το τέκνο,
∆ι νυσος,ν τ κτει ποθ Κ δµου κ ρη
ό ὃ ί ᾽ ἡ ά ό
πουµ'έκαµε η Σεµέλη,η θυγατέρα
Σεµλη λοχευθε σ στραπηφ ρ πυρ ·
έ ῖ ᾽ ἀ ό ῳ ί
του Κάδµου,από φωτιάν
µορφ ν δ µε ψας κ θεο βροτησ αν
ὴ ᾽ ἀ ί ἐ ῦ ίαστραποφόρα
ξεγεννηµένη.Κι αφού τηµορφήµου
τη θεϊκιά τη συνάλλαξαµε ανθρώπου,
5φτάνω εδώ πλάι στα νάµατα της
π ρειµι ∆ ρκης νµατ σµηνο θ δωρ.
ά ί ά ᾽ Ἰ ῦ ᾽ ὕ
∆ίρκης
ρ δµητρ ςµνµα τ ς κεραυν ας
ὁ ῶ ὲ ὸ ῆ ῆ ί
και στου Ισµηνού το ρέµα.Και το
τ δ γγ ς ο κων κα δµων ρε πια
ό ᾽ ἐ ὺ ἴ ὶ ό ἐ ί
µνήµα
τυφµενα ∆ ου πυρ ς τι ζ σαν φλ γα,
ό ί ὸ ἔ ῶ ότης αστραποκαµένηςµουµητέρας
θ νατον ραςµητ ρ ε ς µν βριν.
ἀ ά Ἥ έ ᾽ ἰ ἐ ὴ ὕβλέπω πλάι στο παλάτι,και τα ερείπια
από το σπίτι της,που ακόµα βγάνουν
ζωντανή φλόγα απ'τη φωτιά του ∆ία,
στηµάναµου άσβηστη αδικία της
ρας.
10Και τον Κάδµο παινεύω πού'χει
α ν δ Κ δµον,βατον ς π δον τ δε
ἰ ῶ ὲ ά ἄ ὃ έ ό
ορίσει
τ θησι,θυγατρ ς σηκ ν· µπ λου δ νιν
ί ὸ ό ἀ έ έ
αµένει ο τόπος άβατος,της κόρης
π ριξ γ κ λυψα βοτρυ δει χλ.
έ ἐ ὼ ᾽ ά ώ όῃ
του
λιπ ν δ Λυδ ν το ς πολυχρ σους γ ας
ὼ ὲ ῶ ὺ ύ ύπερίβολος ιερός· µε χλωρό κλήµα
Φρυγ ν τε,Περσ ν θ λιοβλ τους
ῶ ῶ ᾽ ἡ ήτον σκέπασα κ'εγώ σταφυλιασµένο.
πλ κας Τους πολύχρυσους κάµπους έχω
ά
αφήσει

των Λυδών και Φρυγών,κι
αντιπερνώντας
τα ηλιοκρουσµένα της Περσίας τα
πλάτη,
15τα Βακτριανά τα τείχη και των
Β κτρι τε τε χη τ ν τε δ σχιµον χθ να
ά ά ί ή ύ ό
Μήδων
Μ δων πελθ ν ραβ αν τ ε δαµονα
ή ἐ ὼ Ἀ ί ᾽ ὐ ί
την αγέλαστη γη,την Αραβία
σ αν τε π σαν,παρ λµυρ ν λα
Ἀ ί ᾶ ἣ ᾽ ἁ ὰ ἅ
την περίπλουτη κι όλη την Ασία
κε ταιµιγ σιν λλησι βαρβ ροις θ µο
ῖ ά Ἕ ά ᾽ ὁ ῦπου πλάι στο κύµα κείτεται και πού
πλ ρεις χουσα καλλιπυργ τους π λεις,
ή ἔ ώ ό'χει
πολιτείες καστρογύριστες,γιοµάτες
από Έλληνες και βάρβαρους αντάµα,
20σ'αυτήν εδώ πρωτόρθα της Ελλάδας
ς τ νδε πρ τον λθον λλ νων π λιν,
ἐ ή ῶ ἦ Ἑ ή ό
την πόλη,αφού πρωτύτερα εκεί πέρα
τ κε χορε σας κα καταστ σας µς
ἀ ῖ ύ ὶ ή ἐ ὰ
στέριωσα τους χορούς και τελετές
τελετ ς,ν ε ην µφαν ς δαµων βροτο ς.
ά ἵ ᾽ ἴ ἐ ὴ ί ῖ
µου,
πρ τας δ Θ βας τ σδε γ ς λλην δος
ώ ὲ ή ῆ ῆ Ἑ ίθεός φανερός για τους θνητούς να
νωλ λυξα,νεβρ δ ξ ψας χρο ς
ἀ ό ί ᾽ ἐ ά ὸγίνω.
Και πρώτη, µες στη χώρα των
Ελλήνων,
τη Θήβα εγώ την έκαµα να σκούξει,
αφού της κρέµασα αλαφιού τοµάρι
25στο κορµί και της έβαλα στο χέρι
θ ρσον τε δο ς ς χε ρα,κ σσινον β λος·
ύ ὺ ἐ ῖ ί έ
το θύρσο,το κισσόδετο κοντάρι·
πεµδελφαµητρ ς,ς κιστα χρ ν,
ἐ ί ᾽ ἀ ὶ ό ἃ ἥ ῆ
επειδή τηςµητρόςµου οι αδερφάδες
∆ι νυσον ο κ φασκον κφ ναι ∆ι ς,
ό ὐ ἔ ἐ ῦ ό
-πού δεν τους έπρεπε καθόλου λέγαν:
Σεµλην δ νυµφευθε σαν κ θνητο τινος
έ ὲ ῖ ἐ ῦΟ ∆ιόνυσος δε σπάρθηκε απ'το ∆ία,
ς Ζ ν ναφ ρειν τ ν µαρτ αν λ χους,
ἐ ῆ ᾽ ἀ έ ὴ ἁ ί έµόν'η Σεµέλη από θνητό εγκαστρώθη,
κι απέ'ριξε στο ∆ία την αµαρτία
30του κρεβατιούτεχνάσµατα του
Κ δµου σοφ σµαθ,ν νιν ο νεκα
ά ί ᾽ ὧ ὕ
Κάδµου,
κτανε ν

που για δαύτα τη σκότωσεν ο ∆ίας,
Ζ ν ξεκαυχ νθ,τι γµους ψε σατο.
ῆ ᾽ ἐ ῶ ᾽ ὅ ά ἐ ύ
επειδή ψέµατα είπε για το γάµο.
τοιγ ρ νιν α τ ς κ δµων στρησ γ
ά ὐ ὰ ἐ ό ᾤ ᾽ ἐ ὼΑυτά καταλαλούσανε·για τούτο
µαν αις,ρος δ σιο κο παρ κοποι
ί ὄ ᾽ ἰ ῦ άτις οιστρολάτησα κ'εγώ απ'τα σπίτια
φρεν ν· µε τηµανία,και τώρα ληµεριάζουν

στο βουνό φρενιασµένες·και τις έχω
σκευ ν τ χειν ν γκασ ργ ων µν,
ή ᾽ ἔ ἠ ά ᾽ ὀ ί ἐ ῶ
στανέψει τη στολή των τελετώνµου
35α φορέσουν,κι ολάκερο το γένος
κα π ν τ θ λυ σπ ρµα Καδµε ων,σαι
ὶ ᾶ ὸ ῆ έ ί ὅ
το θηλυκό των Καδµείων,γυναίκες
γυνα κες σαν,ξµηνα δωµτων·
ῖ ἦ ἐ έ ά
όσες βρέθηκαν,τις ξεπόρτισα όλες·
µο δ Κ δµου παισ ν ναµεµειγµναι
ὁ ῦ ὲ ά ὶ ἀ έ
καιµε τις Καδµοπούλες τώρα οµάδι
χλωρα ς π λ ταις νορ φοις νται
ῖ ὑ ᾽ ἐ ά ἀ ό ἧανταµωµένες κάθονται στους βράχους
π τραις.
έτους ξέσκεπους και στα έλατα
δε γ ρ π λιν τ νδ κµαθε ν,κεµαποκάτω.
ῖ ὰ ό ή ᾽ ἐ ῖ ἰ ὴ
Τί πρέπει η πόλη τούτη,κι αςµη
θ λει,
έ
θέλει,
40α καταλάβει τί θα πει ν'απέχε
τ λεστον ο σαν τ ν µν
ἀ έ ὖ ῶ ἐ ῶ
απ'τη δικήµου τη λατρεία·συνάµα
βακχευµτων,
ά
πρέπει να διαφεντέψω τη Σεµέλη,
Σεµλης τεµητρ ς πολογ σασθαµ
έ ὸ ἀ ή ί ᾽

στους θνητούς φανερώνοντας πώς
περ

είµαι
φαν ντα θνητο ς δαµον ν τ κτει ∆ι.
έ ῖ ί ᾽ ὃ ί ί
θεός κι από το ∆ία γιος δικός της.
Πού λες ο Κάδµος το βασίλειο δίνει
Κ δµοςµν ο ν γ ρας τε κα τυρανν δα
ά ὲ ὖ έ ὶ ί
και τα πρωτεία στον Πενθέα,το φύτρο
Πενθε δ δωσι θυγατρ ς κπεφυκ τι,
ῖ ί ὸ ἐ ό
45 µιανής του κόρης,που όλα τα δικά
ς θεοµαχε τ κατ µκα σπονδ ν πο
ὃ ῖ ὰ ᾽ ἐ ὲ ὶ ῶ ἄ
µου
θεµ ,ν ε χα ς τ ο δαµοµνε αν
ὠ ῖ ᾽ ἐ ὐ ῖ ᾽ ὐ ῦ ί
τα θεοµάχεται αυτός και δεµου
χει.

στέργει
ν ο νεκ α τ θε ς γεγ ς νδε ξοµαι
ὧ ὕ ᾽ ὐ ῷ ὸ ὼ ἐ ίσπονδέςµηδέµε βάνει στις ευκές του.
π σ ν τε Θηβα οισιν.ς δ λλην χθ να,
ᾶ ί ί ἐ ᾽ ἄ όΓι'αυτό,θεός πώς είµαι γεννηµένος
τ νθ νδε θµενος ε, µεταστ σω π δα,θα του δείξω,και σ'όλους τους
ἀ έ έ ὖ ή ό
Θηβαίους.
Κι αφού τα πάντα εδώ βάλω σε τάξη,
θαµετασύρω πόδι σε άλλους τόπους,
50τη δύναµηµου δείχνοντας·κι ας κάµει
δεικν ς µαυτ ν· ν δ Θηβα ων π λις
ὺ ἐ ό ἢ ὲ ί ό
η Θήβα,στο θυµό της, µε τα όπλα
ργ σ ν πλοις ξ ρους β κχας γειν
ὀ ῇ ὺ ὅ ἐ ὄ ά ἄ
α διώξει απ'το βουνό τις βάκχες,
ζητ,ξυν ψωµαιν σι στρατηλατ ν.
ῇ ά ά ῶ
τότε
ν ο νεκ ε δος θνητ ν λλ ξας χω
ὧ ὕ ᾽ ἶ ὸ ἀ ά ἔθα χτυπηθώµαζί της,οδηγώντας
µορφ ν τ µνµετ βαλον ε ς νδρ ς
ή ᾽ ἐ ὴ έ ἰ ἀ ὸτιςµαινάδες στηµάχη.Γι'αυτό κ'έχω
φ σιν.τηµορφή σε θνητού αλλαγµένη κι
ύ
όψην
αντρός επήρα αντί για τη δικήµου.
Φωνάζει για ν'ακουστεί έξω από τη
σκηνή.
55Αλλά,γυναίκες πού'χετε αφησµένο
λλ,λιπο σαι Τµλον ρυµα Λυδ ας,
ἀ ᾽ ὦ ῦ ῶ ἔ ί
τον Τµώλο,της Λυδίας το δυναµάρι,
θ ασος µς,γυνα κες,ς κ βαρβ ρων
ί ἐ ό ῖ ἃ ἐ ά
ώ θίασεµου!εσείς πού'χω φερµένες
κµισα παρ δρους κα ξυνεµπ ρους
ἐ ό έ ὶ ό
απ'τους βαρβάρους συνοδοί ναµου
µο,
ἐ ίείστε
α ρεσθε ριτ πιχ ν π λει Φρυγ ν
ἴ ἀ ώ ᾽ ἐ ό ῶκαι σύντροφοι,τα τύµπανα σηκώστε
τµπανα,Ρ ας τεµητρ ς µθ που συνηθούνε στων Φρυγών τη χώρα
ύ ῾ έ ὸ ἐ ά ᾽
κι από τη Ρέα τηµάνα κι απόµένα
ε ρµατα,
ὑ ή
60βρέθηκαν,και ζυγώστε το παλάτι
βασ λει τ µφ δµατ λθο σαι τ δε
ί ά ᾽ ἀ ὶ ώ ᾽ ἐ ῦ ά
του Πενθέα,και χτυπάτε!να τα
κτυπε τε Πενθ ως,ς ρ Κ δµου π λις.
ῖ έ ὡ ὁ ᾷ ά ό
βλέπει
γ δ β κχαις,ς Κιθαιρ νος πτυχ ς
ἐ ὼ ὲ ά ἐ ῶ ὰ
του Κάδµου η πολιτεία.Κ'εγώ
λθ ν ν ε σ,συµµετασχ σω χορ ν.
ἐ ὼ ἵ ᾽ ἰ ί ή ῶπηγαίνω
τιςµαινάδες να βρω στου Κιθαιρώνα
τα φαράγγια,να πιάσω στους χορούς
των.
Φεύγει.

ΠΑΡΟ∆ΟΣ

Μπαίνει ο Χορός:δεκαπέντε Ασιάτισσες Βάκχες
ντυµένες εξωτικά,ζωσµένεςµε λαφοτόµαρα και
κρατώντας θύρσους και τύµπανα.

ΧΟΡΟΣ
Χορ ς
ό
Απ'της Ασίας ξεκίνησα
σ ας π γ ς
Ἀ ί ἀ ὸ ᾶ
65τη γη,τον Τµώλο τον ιερό,
ερ ν Τµλον µε ψασα θο ζω
ἱ ὸ ῶ ἀ ί ά
και τρέχω για το Βροντερό,
Βροµπ νον δ ν
ίῳ ό ἡ ὺ
κι ο κάµατοςµου είναι γλυκός
κµατ ν τ ε κµατον,Β κ-
ά ό ᾽ ὐ ά ά
κ'η κούρασηµου είν'αλαφρή,
χιον ε αζοµνα.
ὐ έκράζοντας:Βάκχε,ευάν ευοί!
τ ς δ τ ς δ;τ ς;
ί ὁ ῷ ί ὁ ῷ ίΠοιός βρίσκεται στο δρόµο;ποιός;
µελ θροις κτοπος στω,στµα τ ε φη-Στο σπίτιµέσα ας τραβηχτεί,
ά ἔ ἔ ό ᾽ ὔ
70και στόµα σφαλιστό ας κρατεί
µον πας ξοσιο σθω·
ἅ ἐ ύ
µε την πανόσια τη σιγή!
τ νοµισθ ντα γ ρ α ε
ὰ έ ὰ ᾇ ὶ
Κι ως το'χει η πίστη,πάντα εγώ
∆ι νυσον µν σω.
ό ὑ ή
το ∆ιόνυσο θα τον υµνώ.


[στρ.
73bΜακάριος,καλορίζικος
µκαρ,στις ε δαµων
ά ὅ ὐ ί
που των θεών τις τελετές
τελετ ς θε ν ε δ ς
ὰ ῶ ἰ ὼ
74bξέρει κι αγνή ζωή περνά
βιοτ ν γιστε ει κα
ὰ ἁ ύ ὶ
75βακχεύοντας πα στα βουνά
θιασε εται ψυχ ν
ύ ὰ
µε τους ιερούς τους καθαρµούς
ν ρεσσι βακχε ων
ἐ ὄ ύ
και νιώθει εντός του την ψυχή
σ οις καθαρµο σιν,
ὁ ί ῖ
του θίασου του βακχικού·
τ τεµατρ ςµεγ λας ρ-
ά ὸ ά ὄκαι της Κυβέλης,της τρανής
για Κυβ λας θεµιτε ων,
έ ύΜάνας,τιµώντας τα όργια,
80θύρσο τινάζοντας ψηλά,
ν θ ρσον τε τιν σσων,
ἀ ὰ ύ ά
στεφανωµένοςµε κισσό,
κισσ τε στεφανωθε ς
ῷ ὶ
το θεό λατρεύει ∆ιόνυσο.
∆ι νυσον θεραπε ει.
ό ύ
Βάκχες,εµπρός!Βάκχες,εµπρός!
τε β κχαι,τε β κχαι,
ἴ ά ἴ άΤο Βροντερό,του θεού το γιο,
Βρµιον πα δα θε ν θεο
ό ῖ ὸ ῦ
85το θεό το ∆ιόνυσον,εδώ
∆ι νυσον κατ γουσαι
ό ά
απ'τα βουνά τα Φρυγικά
Φρυγ ων ξ ρ ων λ-
ί ἐ ὀ έ Ἑ
µες στης Ελλάδας τις φαρδιές
λ δος ε ς ε ρυχ ρους
ά ἰ ὐ ό ἀ
87bτις στράτες πίσω φέρτε τον,
γυι ς,τ ν Βρµιον·
ά ὸ ό
το Βροντερό,το Βροντερό!
ν

[αντ.
88bΠού ηµάνα του η κατάβαρη,
ποτ χουσ ν δ νων
᾽ ἔ ᾽ ἐ ὠ ί
ιώθοντας τα κοιλιόπονα,
λοχ αις ν γκαισι
ί ἀ ά
90του ∆ία σαν έπεσε η βροντή,
πταµνας ∆ι ς βροντ ς νη-
έ ὸ ᾶ
τον γέννησε πριν του καιρού,
δ ος κβολονµτηρ
ύ ἔ ά
κι αυτή παράδωσε ψυχή
τεκεν,λιπο σ α-
ἔ ῦ ᾽ ᾇῶ
απ'τη φωτιά του κεραυνού.
α κεραυν πληγ ·
ίῳ ᾷ
λοχ οις δ καα τ νιν
δί ᾽ ὐ ί έ

95
ξατο θαλµαις Κρον δας Ζε ς,
ά ί ύ
κατµηρ δ καλ ψας
ὰ ῷ ὲ ύ
χρυσ αισιν συνερε δει
έ ί
περ ναις κρυπτ ν φ ρας.
ό ὸ ἀ ᾽ Ἥ
τεκεν δ,ν κα Μο ραι
ἔ ᾽ ἁ ί ῖ

100
τ λεσαν,ταυρ κερων θε ν
έ ό ὸ
στεφ νωσ ν τε δρακ ντων
ά έ ό
στεφ νοις,νθεν γραν θη-
ά ἔ ἄ
ροτρ φονµαιν δες µφι-
ό ά ἀ
β λλονται πλοκµοις.
ά ά

105
Σεµλας τροφο Θ-
ὦ έ ὶ ῆ
βαι,στεφανο σθε κισσ ·
ῦ ῷ
βρ ετε βρ ετε χλο ρει
ύ ύ ή
µλακι καλλικ ρπ
ί ά ῳ
κα καταβακχιο σθε δρυ ς
ὶ ῦ ὸ
110
λ τας κλ δοισι,
ἐ ά ά
στικτ ν τ νδυτ νεβρ δων
ῶ ᾽ ἐ ὰ ί
στ φετε λευκοτρ χων πλοκµων
έ ί ά
µαλλο ς· µφ δ ν ρθηκας βριστ ς
ῖ ἀ ὶ ὲ ά ὑ ὰ
σιο σθ · καα τ γ π σα χορε
σει-ὁ ῦ ᾽ ὐ ί ᾶ ᾶ ύ

115
Βρµιος στις γ θι σους--
ό ὅ ἄ ῃ ά
ε ς ρος ε ς ρος,νθαµνει
ἰ ὄ ἰ ὄ ἔ έ
θηλυγεν ς χλος
ὴ ὄ
φ στ ν παρ κερκ δων τ
ἀ ᾽ ἱ ῶ ὰ ί ᾽
ο στρηθε ς ∆ιον σ.
ἰ ὶ ύ ῳ

120
θαλµευµα Κουρ-
ὦ ά ή
των ζ θεο τε Κρ τας
ά ί ή
∆ιογεν τορες ναυλοι,
έ ἔ
νθα τρικ ρυθες ντροις
ἔ ό ἄ
βυρσ τονον κ κλωµα τ δε
ό ύ ό
125
µοι Κορ βαντες η ρον·
ύ ὗ
βακχε δ ν συντ ν
ίᾳ ᾽ ἀ ὰ ό ῳ
κ ρασαν δυβ Φρυγ ων
έ ἁ όᾳ ί
α λ ν πνεµατιµατρ ς τε Ρ ας ς
ὐ ῶ ύ ό ῾ έ ἐ
χ ρα θ καν,κτ πον ε σµασι Βακχ ν·
έ ῆ ύ ὐά ᾶ
130
παρ δµαινµενοι Σ τυροι
ὰ ὲ ό ά
µατ ρος ξαν σαντο θε ς,
έ ἐ ύ ᾶ

Μα ευθύς ο ∆ίας,του Κρόνου ο γιος,
µες στοµηρό του τ'άνοιξε
φωλιά καινούριας αγκαστριάς
καιµέσα εκεί τον έραψε
µε τις βελόνες τις χρυσές,
της Ήρας έτσι να κρυφτεί.
Κι όταν οι Μοίρες έφεραν
την ώρα,εκείνος γέννησε
τον ταυροκέρατο θεό
και φίδια τον στεφάνωσε,
π'όµοια ηµαινάδα τα φορά
περιπλεχτάµες στα σγουρά.

[στρ.
Ω Θήβα,τη Σεµέλη εσύ
που ανάστησες!Από κισσό
βάλε στεφάνι· µε χλωρό,
καλόκαρπο αρκουδόβατο
γιοµώσου,ρίχ'το πληθερό,
και βάκχευεµε τα κλαδιά
του ελάτου,της βελανιδιάς·
και τα τοµάρια του αλαφιού
τα παρδαλά που θα ντυθείς,
µε φούντες ζώσε τα σγουρές,
αρνοµαλλίσιες και λευκές·
και σείσε τους ψηλάρµενους
τους θύρσους ευλαβητικά·
όπου και νά'ναι η πάσα γη
χορούς θα στήσει στο βουνό
-βάκχος λογιέσαι αν βακχευτείς
που ληµεριάζει το πυκνό
γυναικοµάνι,απ'αργαλειούς
και χτένια που ξεσήκωσε
µε το κεντρί του ο ∆ιόνυσος.

[αντ.
των Κουρητών κατοικία,
της Κρήτης θεοτικά βουνά,
σεις που το ∆ία γεννήσατε!
Μες στις σπηλιές σας τούτο εδώ
το τσέρκιµε το τανυστό
τουµπανοπέτσιµιά φορά
µου βρήκαν οι Κορύβαντες,
πού'χουν τα κράνη τρίκορφα·
καιµπλέξανε το βρόντο του,
µες στη βακχεία τους τη σφοδρή,
µε τη γλυκόλαλη πνοή
απ'τους αυλούς τους φρυγικούς,
καιµες στα χέρια τό'βαλαν
της Ρέας τηςµάνας να βαρεί

µε των βακχών τα ευάν ευοί·
ς δ χορεµατα
ἐ ὲ ύ
κ'οιµανιασµένοι οι Σάτυροι
συν ψαν τριετηρ δων,
ῆ ί
της θεάςµητέρας το άρπαξαν
α ς χα ρει ∆ι νυσος.
ἷ ί ό
και τό'σµιξανµε τους χορούς
τους ταχτικούς στα ∆ίχρονα
που κάνει ο ∆ιόνυσος χαρά.
[επωδ.
135Τί γλύκα πόχει στα βουνάµε θιάσους
δ ς ν ρεσιν,ταν κ θι σων
δροµαὺ ἐ ὄ ὅ ἐ ά ί
α συντρέχεις,
138α πέφτεις πα στη γης,
ων π σ πεδ
σε,νεέ ῃ ό
140και το δερµάτι του αλαφιού ιερό
βρ δος χων ερ ν νδυτ ν,γρε ων
ί ἔ ἱ ὸ ἐ ό ἀ ύ
τύµα να το έχεις,
αµα τραγοκτ νον, µοφ γον χ ριν,
ἷ ό ὠ ά ά
και να ποθείς να πιεις
µε-
ἱέ
αίµα τραγιού που σκότωσαν,τη
ος ς ρεα Φρ για,Λ δι,δ ξαρχος
ἐ ὄ ύ ύ ᾽ ὁ ᾽ ἔσάρκα να γυρεύεις
Βρµιος,
όα τη γευτείς ωµή,
στα Φρυγικά,στα Λυδικά τα όρη ν'
αναδεύεις
145και να γρικάς τα ευοί!
ε ο.
ὐ ἷ
Χορό να σέρνει ο Βροντερός,
ε δ γ λακτι π δον,ε δ ο ν,ε δ
ῥ ῖ ὲ ά έ ῥ ῖ ᾽ ἴ ῳ ῥ ῖ ὲ
α τρέχει γάλα ποταµός,
µελισσ ν

στη γη να τρέχει του κρασιού
κταρι.
έ
το νέκταρ και τουµελισσιού!
Σαν τον καπνό του λιβανιού
Συρ ας δ ς λιβ νου κα-
ί ᾽ ὡ ά
ψηλά σηκώνει ο βακχευτής
πν ν Βακχε ς ν χων
ὸ ὁ ὺ ἀ έ
πεύκινη φλόγα φουντωτή
πυρσ δη φλ γα πε κας
ώ ό ύ
πάνω στου θύρσου την κορφή·
κ ν ρθηκος σσει
ἐ ά ἀί
και στην πιλάλα,στο χορό,
δρµκα χορο σιν
ό ῳ ὶ ῖ
τις βουνοπλάνητες κεντά,
πλαν τας ρεθ ζων
ά ἐ ίτινάζοντας τα χουγιαχτά,
αχα ς τ ναπ λλων,
ἰ ῖ ᾽ ἀ άκαι κατ'ανέµου τρυφερά
150πλεξούδια ρίχνοντας χυτά.
τρυφερ ν<τε>πλ καµον ε ς ραα θ
ό ό ἰ ἰ έ
Καιµέσα στην αλαλαχή
πτων.
ῥί
κάνει η φωνή του ν'αντηχεί:
µα δ ε σµασι τοι δ πιβρµει·
ἅ ᾽ ὐά ά ᾽ ἐ έ
Βάκχες,εµπρός!Βάκχες,εµπρός!
τε β κχαι,
Ὦ ἴ άΜέσα στου χρυσορέµατου
[ ]τε β κχαι,
ὦ ἴ άτου Τµώλου εσείς τηνµπολικιά,
Τµλου χρυσορ ου χλιδ
ώ ό ᾷ
155δοξάζετε το ∆ιόνυσο
µλπετε τ ν ∆ι νυσον
έ ὸ ό
157 µε τύµπανα βαρύβροντα
βαρυβρµων π τυµπ νων,
ό ὑ ὸ ά
160και κάντε στο θεό χαρά
ε ια τ ν ε ιον γαλλµεναι θε ν
ὔ ὸ ὔ ἀ ό ὸ
µε φρυγικά αναφωνητά,
ν Φρυγ αισι βοα ς νοπα σ τε,
ἐ ί ῖ ἐ ῖ ί
όταν το καλοκέλαδο
λωτ ς ταν ε κ λαδος
ὸ ὅ ὐ έ
164ιερό καλάµι τα ιερά
ερ ς ερ πα γµατα βρµ ,σ νοχα
ἱ ὸ ἱ ὰ ί έ ῃ ύ
λαλήµατα θα τραγουδά,
τις βάκχες να τις προβοδά
165για τα βουνά,για τα βουνά!
φοιτ σιν ε ς ρος ε ς ρος· δοµ -
ά ἰ ὄ ἰ ὄ ἡ έ
Κ'η βάκχη τότε αναγαλλιά,
α δ ρα,π λος πως µαµατ ρι
᾽ ἄ ῶ ὅ ἅ έ

169
φορβ δι,κ λον γει ταχ πουν
ά ῶ ἄ ύ
σκιρτµασι β κχα.
ή ά

και σαν πουλάρι που σκιρτά
πλάι στη φοράδαµάνα του,
παίζει τα πόδια της γοργά.

Α'ΕΠΕΙΣΟ∆ΙΟ

Μπαίνειoγερο-Τειρεσίας,φορώντας στολή
βάκχου,στεφανωµένοςµε κισσό,
µε το θύρσο στο χέρι.

ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
Τειρεσ ας
ί
170Ποιός είναι κει στην πόρτα;Φώναξε
τ ς ν π λαισι;Κ δµον κκ λει δµων,
ί ἐ ύ ά ἐ ά ό
µου
γ νορος πα δ,ς π λιν Σιδων αν
Ἀ ή ῖ ᾽ ὃ ό ί
τον Κάδµο από το σπίτι,το βλαστάρι
λιπ ν π ργωσ στυ Θηβα ων τ δε.
ὼ ἐ ύ ᾽ ἄ ί ό
του Αγήνορα,που αφήνοντας την
τω τις,γγελλεε σ Τειρεσ ας τι
ἴ ἰ ά ί ὅπόλη
ζητε νιν· ο δε δ α τ ς ν κω π ρι
ῖ ἶ ᾽ ὐ ὸ ὧ ἥ έτης Σιδώνας,επύργωσε της Θήβας
εδώ το κάστρο.Ας πάει κανέναςµέσα
α πει πώς τον γυρεύει ο Τειρεσίας·
και κείνος ξέρει ποια αφορµήµε
φέρνει
175και τί,γέρος εγώ, µ'άλλον πιο γέρο
τε ξυνεθµην πρ σβυς ν γεραιτ ρ,
ἅ έ έ ὢ έ ῳ
µιλήσαµε:Να σιάξουµε τους θύρσους,
θ ρσους ν πτειν κα νεβρ ν δορ ς
ύ ἀ ά ὶ ῶ ὰ
αλαφίσια να βάλουµε τοµάρια
χειν

και στα κεφάλιαµας κισσού στεφάνια.
στεφανο ν τε κρ τα κισσ νοις
ῦ ᾶ ί
βλαστµασιν.
ή
γαίνει απ'το παλάτι ο Κάδµος,
βαθύγερος, µε
βακχική στολή κι αυτός.
ΚΑ∆ΜΟΣ
Κ δµος
ά
πλήθια αγαπηµένε,τηµιλιά σου
φ λταθ,ς σ ν γ ρυν σθµην κλ ων
ὦ ί ᾽ ὡ ὴ ῆ ᾐ ό ύ
τη σοφή του σοφού του αντρός
σοφ ν σοφο παρ νδρ ς,ν δµοισιν
ὴ ῦ ᾽ ἀ ό ἐ ό
αµέσως
ν·

τη γνώρισα,απ'το σπίτιµέσα που
ήµουν
180κ'έτοιµος φτάνω,τη στολή φορώντας
κω δ τοιµος τ νδ χων σκευ ν θεο ·
᾽ ἕ ή ᾽ ἔ ὴ ῦ
του θεού,γιατί πρέπει, µιά και τέκνο
δε γ ρ νιν ντα πα δα θυγατρ ς ξ µς
ῖ ά ὄ ῖ ὸ ἐ ἐ ῆ
της θυγατέραςµου είναι αυτός ο
[∆ι νυσον ς π φηνεν νθρ ποις θε ς]
ό ὃ έ ἀ ώ ὸ
Βάκχος,
σον καθ µς δυνατ ν α ξεσθαιµγαν.
ὅ ᾽ ἡ ᾶ ὸ ὔ έα τον δοξάζουµε όσο τοµπορούµε.
πο δε χορε ειν,πο καθιστ ναι π δα
ῖ ῖ ύ ῖ ά όΛοιπόν,που να χορεύουµε;Πού πόδι
α σύρουµε και το άσπροµας κεφάλ
185α σείσουµε;Εσύ ξήγα τα σεµένα,
κα κρ τα σε σαι πολι ν;ξηγο σµοι
ὶ ᾶ ῖ ό ἐ ῦ ύ
γέρος στο γέρο,Τειρεσία·τί είσαι
γ ρων γ ροντι,Τειρεσ α· σ γ ρ σοφ ς.
έ έ ί ὺ ὰ ό

σοφός εσύ.Κ'εγώ δε θ'αποστάσω
ς ο κµοιµν ο τε ν κτ ο θ
ὡ ὐ ά ᾽ ἂ ὔ ύ ᾽ ὔ ᾽
υχτόηµερα το θύρσο να τον κρούγω
µραν
έ
στη γης·γλυκά που τό'χουµε ξεχάσει
θ ρσ κροτ ν γ ν· πιλελ σµεθ δ ως
ύ ῳ ῶ ῆ ἐ ή ᾽ ἡ έ
πώς είµαστε γερόντοι!
γ ροντες ντες.
έ ὄ
190ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
Τειρεσ ας
ί
Τα δικάµου
τα τ µο π σχεις ρα·
ὔ ᾽ ἐ ὶ ά ἄ
τραβάς κ'εσύ·κ'εγώ παλικαρεύω,
κ γ γ ρ β κ πιχειρ σω χορο ς.
ἀ ὼ ὰ ἡ ῶ ἀ ή ῖ
και θαµε δεις χορούς να πιχειρήσω.
ΚΑ∆ΜΟΣ
Κ δµος
ά
Με αµάξι λοιπόν στ'όρος θα
ο κο ν χοισιν ε ς ρος περ σοµεν;
ὐ ῦ ὄ ἰ ὄ ά
διαβούµε;
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
Τειρεσ ας
ί
Τέτοιας λογής,το θεό δεν τον τιµούνε.
λλ ο χ µο ως ν θε ς τιµν χοι.
ἀ ᾽ ὐ ὁ ί ἂ ὁ ὸ ὴ ἔ
ΚΑ∆ΜΟΣ
Κ δµος
ά
Τότες,εγώ σε πάω,γέρος το γέρο.
γ ρων γ ροντα παιδαγωγ σω σ γ.
έ έ ή ᾽ ἐ ώ
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
Τειρεσ ας
ί
Ο θεός άκοπαµας πάει κει πάνω.
θε ς µοχθ κε σε ν ν γ σεται.
ὁ ὸ ἀ ὶ ῖ ῷ ἡ ή
ΚΑ∆ΜΟΣ
Κ δµος
ά
195Καιµόνοι θα χορέψουµε απ'την
µνοι δ π λεως Βακχ χορε σοµεν;
ό ὲ ό ίῳ ύ
πόλη;
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
Τειρεσ ας
ί
Μόνοι σωστά θωρούµε·κ'οι άλλοι
µνοι γ ρ ε φρονοµεν,ο δ λλοι
ό ὰ ὖ ῦ ἱ ᾽ ἄ
σφάλλουν.
κακ ς.

ΚΑ∆ΜΟΣ
Κ δµος
ά
Μη χρονίζουµε·πιάσεµε απ'το χέρι.
µακρ ν τµλλειν· λλ µς χου
ὸ ὸ έ ἀ ᾽ ἐ ῆ ἔ
χερ ς.
ό
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
Τειρεσ ας
ί
ά,πάρε το,κι ας πάµε χέρι χέρι.
δο,ξ ναπτε κα ξυνωρ ζου χ ρα.
ἰ ύ ύ ὶ ί έ
ΚΑ∆ΜΟΣ
Κ δµος
ά
Θνητός εγώ,τους θεούς δεν αψηφάω.
ο καταφρον γ τ ν θε ν θνητ ς
ὐ ῶ ᾽ ὼ ῶ ῶ ὸ
γεγ ς.
ώ
ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ
Τειρεσ ας
ί
200Με τους θεούς σοφίσµατα δε στέκουν
ο δ ν σοφιζµεσθα το σι δαµοσιν.
ὐ ὲ ό ῖ ί
κι όσα παραδοµένα απ'τους πατέρες,
πατρ ους παραδοχ ς,ς θ µλικας
ί ά ἅ ᾽ ὁ ή
παλιά σαν τον καιρόν,εµείς
χρ ν
ό ῳ
κρατούµε,
κεκτµεθ,ςο δε α τ καταβαλε λ γος,
ή ᾽ ὐ ὶ ὐ ὰ ῖ όλόγος αυτά κανείς δε θα γκρεµίσει
ο δ ε δι κρων τ σοφ ν η ρηται
ὐ ᾽ ἰ ᾽ ἄ ὸ ὸ ὕµηδ'αν στην άκρη ο νους της γνώσης
φρεν ν. φτάξει.

Πώς δεν ντρέπουµαι εγώ τα γερατιά
ρε τις ς τ γ ρας ο κ α σχ νοµαι,
ἐ ῖ ὡ ὸ ῆ ὐ ἰ ύ
µου,
205θα πει κανείς,που πάω για να χορέψω,
µλλων χορε ειν κρ τα κισσ σας µν;
έ ύ ᾶ ώ ἐ ό
µε το κεφάλι από κισσό ζωσµένο.
ο γ ρ δι ρηχ θε ς,ο τε τ ν ν ον
ὐ ὰ ῄ ᾽ ὁ ό ὔ ὸ έ
Μα δεν ξεχώρισε ο θεός αν πρέπει
ε χρ χορε ειν ο τε τ ν γερα τερον,
ἰ ὴ ύ ὔ ὸ ί
ο νιός ή ο γέρος να χορεύει, µόνο
λλ ξ π ντων βο λεται τιµς χειν
ἀ ᾽ ἐ ἁ ά ύ ὰ ἔκοινές τιµές απ'όλους θέλει,κι όχι

α τον δοξάζουν τούτοι κι όχι εκείνοι.
κοιν ς,διαριθµν δ ο δ ν α ξεσθαι
ά ῶ ᾽ ὐ έ ᾽ ὔ
θ λει.
έ
ΚΑ∆ΜΟΣ
Κ δµος
ά
210Μιά και δεν έχεις,Τειρεσία,το φως
πε σ φ γγος,Τειρεσ α,τ δ ο χ ρ ς,
ἐ ὶ ὺ έ ί ό ᾽ ὐ ὁ ᾷ
σου,
γ προφ της σοι λ γων γεν σοµαι.
ἐ ὼ ή ό ή
ό,τι γίνεται εγώ θα σου το λέω.
Κοιτάζοντας προς τ'αριστερά.
Κατά τα σπίτια εδώ, µε βιά ζυγώνει
Πενθε ς πρ ς ο κους δε δι σπουδ ς
ὺ ὸ ἴ ὅ ὰ ῆ
ο Πενθέας,του Εχίονα το τέκνο,
περ,

που τού'δωκα την εξουσία του τόπου.
χ ονος πα ς,κρ τος δ δωµι γ ς.
Ἐ ί ῖ ᾧ ά ί ῆ
Σκιαγµένος δείχνει·τίµαντάτα φέρνει;
ς πτ ηται· τ ποτ ρε νε τερον;
ὡ ἐ ό ί ᾽ ἐ ῖ ώ
ΠΕΝΘΕΑΣ
Πενθε ς
ύ
215Απ'τη χώραµας έτυχε να λείπω
κδηµος νµν τ σδ τ γχανον χθον ς,
ἔ ὢ ὲ ῆ ᾽ ἐ ύ ό
σαν έµαθα πρωτάκουστα πώς βρήκαν
κλ ω δ νεοχµτ νδ ν πτ λιν κακ,
ύ ὲ ὰ ή ᾽ ἀ ὰ ό ά
δεινά την πόλη·πως τα σπίτια αφήκαν
γυνα κας µν δµατ κλελοιπ ναι
ῖ ἡ ῖ ώ ᾽ ἐ έ
οι γυναίκες για ψεύτικες βακχείες
πλαστα σι βακχε αισιν,ν δ δασκ οις
ῖ ί ἐ ὲ ίκαι στα βαθίσκιωτα ρουµάνια
ρεσι θο ζειν,τ ν νεωστ δαµονα
ὄ ά ὸ ὶ ίτρέχουν,
220το νέο θεό το ∆ιόνυσο,οποίος νά'ναι,
∆ι νυσον,στις στι,τιµσας χορο ς·
ό ὅ ἔ ώ ῖ
τιµώνταςµε χορούς·κ'έχουν στηµένα
πλ ρεις δ θι σοις νµσοισιν στ ναι
ή ὲ ά ἐ έ ἑ ά
ανάµεσα στους θίασους γεµάτα
κρατ ρας,λλην δ λλοσ ε ς ρηµαν
ῆ ἄ ᾽ ἄ ᾽ ἰ ἐ ί
κρασοστάµνια,και πότε δώθε ηµιά
πτ σσουσαν ε να ς ρσ νων πηρετε ν,
ώ ὐ ῖ ἀ έ ὑ ῖτους
πρ φασινµν ς δµαιν δας
ό ὲ ὡ ὴ άπότε αποκείθε η άλλη τους ξεκόβουν
θυοσκ ους,στις ερηµιές και σµίγουνµε τους
ό
άντρες,
κάνοντας τις θεόκρουστεςµαινάδες·
225 µα πιότερο τιµούν την Αφροδίτη
τ ν δ φροδ την πρ σθ γειν το
ὴ ᾽ Ἀ ί ό ᾽ ἄ ῦ
παρά το Βάκχο.Κι όσες από δαύτες
Βακχ ου.
ί
έπιασα εγώ,χεροδεµένες τώρα
σαςµν ο ν ε ληφα,δεσµους χ ρας
ὅ ὲ ὖ ἴ ί έ
στη φυλακή τις έχουν οι υπηρέτες·
σ ζουσι πανδµοισι πρ σπολοι στ γαις·
ῴ ή ό έκι όσες λείπουν θα πάω να κυνηγήσω
σαι δ πεισιν,ξ ρους θηρ σοµαι,
ὅ ᾽ ἄ ἐ ὄ άστο βουνό,σε πλεµάτια σιδερένια
[ν τ γα ην θ, µτικτ χ ονι,
Ἰ ώ ᾽ Ἀ ύ ᾽ ἥ ᾽ ἔ ᾽ Ἐ ί
230α τις τσακώσω και να δώσω τέλος,
κτα ον ς τεµητ ρ,Α τον ην λ γω.]
Ἀ ί ό έ ᾽ ὐ ό έ
µιά κι όξω,στην αχρεία τους βακχεία.
κα σφ ς σιδηρα ς ρµσας ν ρκυσιν
ὶ ᾶ ῖ ἁ ό ἐ ἄ
πα σω κακο ργου τ σδε βακχε ας τ χα.
ύ ύ ῆ ί ά
Λεν ακόµα πώς ήρθε κάποιος ξένος
λ γουσι δ ς τις λυθεε σελ ξ νος,
έ ᾽ ὥ ἰ ή έ
µάγος και ξορκιστής απ'τη Λυδία,
γ ης ςπ δ Λυδ ας π χθον ς,
ό ἐ ῳ ὸ ί ἀ ὸ ό
235 µεµυρωµένα τα ξανθά σγουρά του,
ξανθο σι βοστρ χοισιν ε οσµν κµην,
ῖ ύ ὐ ῶ ό
στην όψη κρασωπός,πού'χει στα
ο ν πας σσοις χ ριτας φροδ της χων,
ἰ ῶ ὄ ά Ἀ ί ἔ
µάτια
ς µρας τε κε φρ νας συγγ γνεται
ὃ ἡ έ ὐ ό ί
της ερωτιάς τις χάρες και που σµίγει
τελετ ς προτε νων ε ους νε νισιν.
ὰ ί ὐί άµε κορασιές τηµέρα και τη νύχτα,
ε δ α τ ν ε σω τ σδε λ ψοµαι στ γης,
ἰ ᾽ ὐ ὸ ἴ ῆ ή έκαλώντας τις σε βακχικά γιορτάσια.
Μ'αν τόνε κλείσωµες στους τοίχους
κείνους,
240θα πάψει αυτός το θύρσο να τον
πα σω κτυπο ντα θ ρσον νασε οντ τε
ύ ῦ ύ ἀ ί ά

Soyez le premier à déposer un commentaire !

17/1000 caractères maximum.